χημικός

χημικός
-ή, -ό, Ν
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χημεία («χημική βιομηχανία»)
2. (το αρσ. ή το θηλ. ως ουσ.) ο, η χημικός
επιστήμονας ειδικευμένος στη χημεία
3. φρ. α) «χημική ανάλυση·»
χημ. i) τομέας τής χημείας που ασχολείται κυρίως με τις μεθόδους χημικών χαρακτηρισμών και μετρήσεων και τού οποίου σκοπός είναι ο καθορισμός τής χημικής σύστασης τής ύλης, ανεξάρτητα από τη στερεά, υγρά ή αέρια κατάστασή της
ii) η εφαρμογή και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας
β) «χημική αντίδραση»
χημ. διεργασία μεταβολής, κατά την οποία δύο ή περισσότερες ενώσεις μεταβάλλονται συγχρόνως ή μία ένωση μεταβάλλεται προς δύο τουλάχιστον ενώσεις
γ) «χημική ένωση»
χημ. χημικό είδος που προκύπτει από τον συνδυασμό δύο ή περισσότερων χημικών στοιχείων και τού οποίου τα συστατικά, άτομα, ιόντα ή μόρια, δέν είναι δυνατόν να διαχωριστούν με φυσικές μεθόδους
δ) «χημική εξίσωση»
χημ. συμβολική γραφή μιας χημικής αντίδρασης με τη μορφή τών δύο μελών μιας ισότητας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με ένα βέλος αντί τού αριθμητικού συμβόλου «=» και τής οποίας το πρώτο από τα δύο μέλη περιλαμβάνει τους χημικούς τύπους τών αντιδρώντων σωμάτων και το δεύτερο μέλος τους τύπους τών προϊόντων αντίδρασης
ε) «χημική θερμοδυναμική»
(χημ.-φυσ.) τομέας τής φυσικοχημείας που μελετά τις χημικές μεταβολές με βάση τις αρχές τής θερμοδυναμικής
στ) «χημική ισορροπία»
χημ. κατάσταση ενός χημικού συστήματος κατά την οποία η σύστασή του παραμένει σταθερή με την πάροδο τού χρόνου και η οποία είναι δυνατόν να οφείλεται είτε στην απουσία οποιασδήποτε χημικής αντίδρασης μέσα στο σύστημα ή στην παρουσία δύο αντίστροφων αντιδράσεων που πραγματοποιούνται με την ίδια ταχύτητα
ζ) «χημική κινητική»
χημ. τομέας τής φυσικοχημείας ο οποίος έχει ως αντικείμενο τη μελέτη τής ταχύτητας και τού μηχανισμού τών χημικών αντιδράσεων
η) «χημική μεταβολή»
χημ. φαινόμενο που συνίσταται στην ανακατάταξη τών ατόμων, ιόντων ή ριζών μιας ή περισσοτέρων ουσιών και οδηγεί στον σχηματισμό νέων ουσιών με εντελώς διαφορετικές ιδιότητες
θ) «χημική ρόφηση»
χημ. φαινόμενο προσρόφησης, ο μηχανισμός τού οποίου ερμηνεύεται με τη βοήθεια χημικών αλληλεπιδράσεων, αλλ. χημορρόφηση
ι) «χημική συγγένεια»
χημ. βλ. συγγένεια
ια) «χημική σύνθεση»
χημ. χημική διαδικασία η οποία συνίσταται στην παρασκευή μιας χημικής ένωσης από τα στοιχεία που τήν αποτελούν ή από άλλες, απλούστερες ενώσεις
ιβ) «χημικό ισοδύναμο»
χημ. ονομασία τών αριθμών που εκφράζουν τις αναλογίες υπό τις οποίες τα χημικά στοιχεία ενώνονται μεταξύ τους για τον σχηματισμό διαφόρων χημικών ενώσεων ή αντικαθίστανται αμοιβαία σε αυτές
ιγ) «χημικό στοιχείο»
(χημ.-πυρην.-αστρον.-γεωλ.) καθένα από τα θεμελιώδη υλικά από τα οποία συντίθεται η ύλη και που αποτελούνται από ομοειδή άτομα και δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν σε απλούστερα σώματα με τις συνήθεις χημικές διαδικασίες
ιδ) «χημικός δεσμός»
χημ. η αλληλεπίδραση μεταξύ όμοιων ή διαφορετικών ατόμων, που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τών χημικών ενώσεων
ιε) «χημικός τύπος»
χημ. βλ. τύπος
ιστ) «χημικό σύμβολο»
χημ. βλ. σύμβολο
ιζ) «χημικοί διαχωρισμοί και καθαρισμοί»
χημ. διαδικασίες που μεταβάλλουν τις σχετικές αναλογίες τών συστατικών ενός μίγματος και οι οποίες είναι δυνατόν να εφαρμοστούν για την κατεργασία τόσο πλήρως ομογενών συστημάτων, διαλυμάτων, όσο και ετερογενών συστημάτων, όπως είναι λ.χ. ένα αιώρημα στερεάς ουσίας σε υγρό μέσο διασποράς, οδηγώντας τελικά στην πλήρη ή μερική απομάκρυνση ενός ή περισσότερων συστατικών από το αρχικό μίγμα
ιη) «χημικά όπλα» — τα προϊόντα, αέρια, υγρά ή στερεά, που προορίζονται για χρήση σε καιρό πολέμου εξαιτίας τών άμεσων τοξικών φαινομένων που προκαλούν σε ανθρώπους, ζώα ή φυτά
ιθ) «χημικός πόλεμος» — βλ. πόλεμος
κ) «επιστήμη χημικού μηχανικού»
τεχνολ. τεχνολογικός επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο την ανάπτυξη μεθόδων και την σχεδίαση και εκμετάλλευση εργοστασίων στα οποία διάφορα υλικά υφίστανται μεταβολές τής φυσικής ή χημικής τους κατάστασης.
επίρρ...
χημικώς και χημικά Ν
με χημικές μεθόδους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χημεία. Το θηλ. χημική μαρτυρείται από το 1802 στον Θ. Ηλιάδη, ενώ το επίρρ. χημικώς, στον λόγιο τ. χημικῶς, από το 1897 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Άγγ. Βλάχου].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • χημικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χημεία: Αυτό είναι χημικό φαινόμενο. 2. το αρσ. και το θηλ., χημικός, ο, η ως ουσ., δηλώνει αυτόν που έχει τη χημεία ως επιστήμη ή επάγγελμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσμός, χημικός — Το σύνολο των δυνάμεων που δρουν μεταξύ των ατόμων και έχουν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό διατάξεων που μπορούν να θεωρηθούν καθορισμένα μοριακά είδη. Για τη δημιουργία του χ.δ. μετέχουν τα περιφερειακά ηλεκτρόνια των ατόμων, γι’ αυτό και ο τύπος …   Dictionary of Greek

  • άνθρακες, ορυκτοί — Χημικός όρος, γενικής σημασίας, με τον οποίο χαρακτηρίζονται οι πλούσιες σε άνθρακα ύλες, οι οποίες σχηματίζονται είτε με φυσική μετατροπή των φυτικών λειψάνων (o.ά.) είτε με τεχνητή, με την επίδραση θερμικής ενέργειας σε διάφορες οργανικές ύλες… …   Dictionary of Greek

  • διμερές — Χημικός όρος που χαρακτηρίζει ένα μόριο που προέρχεται από τον συνδυασμό δύο όμοιων απλούστερων μορίων, τα οποία ονομάζονται μονομερή. Το φαινόμενο του διμερισμού είναι σύνηθες στους υδρογονάνθρακες με ευθεία αλυσίδα και στα λιπαρά οξέα. Πολλά δ …   Dictionary of Greek

  • εμπειρικός τύπος — Χημικός τύπος μιας ένωσης που δείχνει το είδος των ατόμων που την αποτελούν και τη μεταξύ τους αριθμητική σχέση, αλλά όχι και τον ακριβή αριθμό των ατόμων της ένωσης. Είναι δυνατόν περισσότερες από μία χημικές ενώσεις να έχουν τον ίδιο ε.τ., όπως …   Dictionary of Greek

  • τύπος — Στα μαθηματικά είναι η συμβολική γραφή που εκφράζει κάποια σχέση ισότητας ή ανισότητας, ή είναι η έκφραση ενός μεγέθους σε συνάρτηση άλλων μεγεθών κλπ. Με τη γενική αυτή έννοια, ο τ. παριστάνει με διάφορα σύμβολα μια μαθηματική πρόταση.… …   Dictionary of Greek

  • ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …   Dictionary of Greek

  • ιατροχημικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ιατροχημεία 2. το αρσ. ως ουσ. ο ιατροχημικός α) γιατρός και χημικός συγχρόνως β) γιατρός που εφαρμόζει τα πορίσματα τής χημείας για θεραπευτικούς σκοπούς γ) γιατρός που εξηγεί τις ζωικές λειτουργίες ως… …   Dictionary of Greek

  • Γκέι-Λουσάκ, Ζοζέφ Λουί — (Joseph Louis Gay Lussac, Σεν Λεονάρ 1778 – Παρίσι 1850). Γάλλος χημικός και φυσικός. Σπούδασε στην πολυτεχνική σχολή του Παρισιού, όπου το 1809 έγινε καθηγητής της χημείας· συγχρόνως ανέλαβε την έδρα της φυσικής στη Σορβόνη. Οι εργασίες του Γ. Λ …   Dictionary of Greek

  • χρωστικά — Ουσίες ζωηρά χρωματισμένες και ικανές, έστω και σε μικρές ποσότητες, να δώσουν σταθερούς χρωματισμούς σε υλικά διάφορης φύσης. Τα χ. μπορεί να είναι φυσικά ή συνθετικά, οργανικά ή ανόργανα. Τα φυσικά χ. είναι φυτικά και ζωικά, όπως η χλωροφύλλη,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”